20 Απριλίου 2013

"Το Φιόρο του Λεβάντε"

Μια πολύ όμορφη παράσταση με ερμηνείες που αξίζουν πολλά μπράβο, έδωσαν οι μαθητές της θεατρικής ομάδας του σχολείου μας, με το έργο "Το Φιόρο του Λεβάντε", του Γρηγόρη Ξενόπουλου.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα του έργου



Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες. Γεννήθηκε το 1867 στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Ζάκυνθο και σπούδασε μαθηματικά στην Αθήνα. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, μαζί με άλλους Έλληνες λογίους, προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία  καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση. Ο Ξενόπουλος ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας. Έγραψε πάνω από 80 μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. 
Τα έργα του διαδραματίζονται στην Αθήνα και τη Ζάκυνθο
 Θεωρείται ο εισηγητής του "αστικού μυθιστορήματος", δηλαδή του μυθιστορήματος που διαδραματίζεται στα αστικά κέντρα. Βασικό θέμα στα έργα του είναι ο έρωτας, κυρίως έρωτας μεταξύ ατόμων από διαφορετικές τάξεις. Αρετές του έργου του είναι η αφηγηματική ευχέρεια, η ικανότητα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η παρατηρητικότητα. Ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί περιστατικά και από την ίδια του τη ζωή με τρόπο όμως που αυτά να περνάνε σαν φανταστικά. Πέθανε το 1951 στην Αθήνα.
 

Το έργο "Το Φιόρο του Λεβάντε" γράφτηκε το 1914. 
Ο Νιόνιος Νιονιάκης, τετραπέρατος Ζακυνθινός, πανέξυπνος, αθώος, γαλίφης και καταφερτζής, πολυμήχανος, όλα τα φέρνει βόλτα, όλα τα παλεύει, εκτός από το φόβο του για τους σεισμούς! «Πολύ κούνια αφέντη, πολύ κούνια! Όλο σκόρσο και σπαβέντο!». 
Έτσι, μία ωραία πρωΐα....αφήνει τη μάνα του και τη Ζάκυνθο που λατρεύει, παίρνει την κιθάρα του που λατρεύει επίσης, και να σου τον στην Αθήνα. Επιστάτης στον κύριο Βάλδη. Ο κύριος Βάλδης, ένας συμπατριώτης, που επίσης άφησε το νησί και απολαμβάνει την αστική ζωή στην πρωτεύουσα, δικηγόρος με καριέρα, με γυναίκα, με πεθερά, με ερωμένη, με δύο κόρες και επίδοξους γαμπρούς να μπαινοβγαίνουν μες στο σπίτι, τάχαμου πως θέλουν να το νοικιάσουν, ένα χάος! Και ποιος θα βάλει τάξη στο χάος; Μα ο Νιόνιος φυσικά! Που στην αρχή όλοι τον «κογιονάρουνε» αλλά με τον καιρό, με ψέματα, με αλήθειες και κόλπα χίλια δύο, κάθε κατεργάρης πάει στον πάγκο του. Τους γίνεται απαραίτητος! Τίποτα δεν γίνεται χωρίς τον Νιόνιο! Από επιστάτης, «αφέντης»! Έλα όμως που αρχίζει να του λείπει η «Ζακυθούλα» του όλο και πιο πολύ, και δεν αντέχει άλλο τη βουή «τση Αθήνας»; «Ούλα στονάρουνε εδώ! Οι καμπάνες, οι πουλητάδες τση ρούγας, τα τραμ, τ’αυτοκίνητα, τα σκυλιά που βαΐζουνε, οι δούλες που κλαίνε, οι κανταδόροι τση νύχτας, ούλα! Δεν μπορώ άλλο! Ίσια μ’ έδέκει!» "Το Φιόρο του Λεβάντε" είναι έργο νοσταλγίας. Ο ήρωας του νοσταλγεί το νησί που άφησε, όπως το νοσταλγεί κι ο Ζακυνθινός Ξενόπουλος, που, όταν γράφει το έργο, έχει τριάντα χρόνια μακριά του.
Ο υπηρέτης ως καταλύτης στις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις είναι ένα μοτίβο που συναντάται στην κωμωδία από την ελληνική αρχαιότητα. Στα αδιέξοδα της αστικής τάξης και της συντηρητικής ηθικής έρχεται να δώσει τη λύση η ‘βάση’, ο εκπρόσωπος της λαϊκής τάξης, που η ανάγκη της επιβίωσης έχει προικίσει τους ανθρώπους της με ευστροφία, καπατσοσύνη, πανουργία αλλά και αφοπλιστική καθαρότητα.
Ο Νιόνιος έρχεται στο αστικό σπίτι ως επιστάτης, για να υπενθυμίσει εκείνον τον άλλον τρόπο ζωής στο νησί. Προσκολλημένος στις παραδοσιακές σχέσεις αφέντη και υποτακτικού, όπως ήταν βιωμένες στη Βενετοκρατούμενη και αργότερα Αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο, με υπερηφάνια όμως και οξύνοια, καταγίνεται στο να διορθώσει τα κακώς κείμενα του σπιτιού ή τουλάχιστον ν' αποκαταστήσει αμφίβολες και αδιαφανείς καταστάσεις. …Ο αλέγρος Ζακυνθινός χωρίς κανείς να τον πάρει είδηση, χωρίς τυμπανοκρουσίες και μεγάλα λόγια, χωρίς ταραχές και ξεμπροστιάσματα, ικανοποίησε και έλυσε ό,τι απασχολούσε τους αφεντάδες του με όλο εκείνο το ταπεραμέντο του Ζακυνθινού…
Φεύγει, αφού έχει τελειώσει την αποστολή του, και παρά την αγραμματοσύνη του και την άγνοια βασικών τεχνολογικών επιτευγμάτων της εποχής του όπως λ.χ. το τηλέφωνο, αφήνει ένα κενό στους ανθρώπους του σπιτιού, που σίγουρα θα θυμούνται το μπρίο του, το τραγούδι του, την καπατσοσύνη του και τελικά έναν ζακυνθινό που πέρασε από τη ζωή τους και που εκτός του ότι τους έλυσε προβλήματα, τους ζέστανε και τους ζωντάνεψε με τα συμπαθητικά του καμώματα, την ιδιοτροπία και τις γκάφες του, με την τρυφεράδα, την πονηριά και την εντιμότητα, την αφοσίωση, τη σβελτάδα και την αποφασιστικότητά του.